H Συρα μεσα μου (Μέρος πρώτο) - Syros inside me (First part) - Johnny AnyDay

Δευτέρα 15 Ιανουαρίου 2024

H Συρα μεσα μου (Μέρος πρώτο) - Syros inside me (First part)

Ο παππούς Γιάννης Φρέρης (δεξιά), ο πατέρας μου (Πέτρος) στο κέντρο πλάι στη σημαία, Ιωσήφ Βιτάλης (σύζυγος Μαγδαληνής Φρέρη - Βιτάλη) πλάι του. Αριστερά ο αδελφός του πατέρα μου Γιώργος Φρέρης πασίγνωστος υποδηματοποιός στο Παλαιό Φάληρο.
 
Grandfather Yannis Freris (right), my father (Petros) in the centre next to the flag, Joseph Vitalis (husband of Magdalene Freris - Vitalis) next to him. On the left, my father's brother George Freris, a well-known shoemaker in Palaio Faliro.


«Κρατούσαμε ο ένας τον άλλον για να μη φύγει κανείς μας στη θάλασσα»


Γονιδιακά ήμουν κι εγώ σε εκείνο το καΐκι.

Ήταν 1945, μετά την κατοχή.

Δεν μας είχε μείνει πια τίποτα. Εκτός από εφτά ψυχές.

Τόσες ήταν οι ψυχές του παππού μου του Γιάννη.

Ακριβέστερα ήταν τόσες & άλλες τόσες.

Οι εφτά που χρειάστηκε για να γυρίσει ζωντανός (με δύο παράσημα ανδρείας) πίσω στο νησί μετά από 10 χρόνια πολέμου (1912-22) σε όλα τα τότε μέτωπα του Ελληνισμού, συν αυτές των πέντε παιδιών του, συν αυτή της γιαγιάς μου της Φραγκίσκας, συν τη δική του, που επιβιβάστηκαν στο πλεούμενο για Πειραιά.

Αυτό που μου έχει μείνει από μία (ίσως ενσυνείδητα φτωχή) διήγηση του εννιάχρονου τότε πατέρα μου, είναι μία (απλή, παιδική και ταυτόχρονα συγκλονιστική) φράση που κατοικεί από τότε που την άκουσα και στο δικό μου υποσυνείδητο:

«Φαίνεται το Σούνιο;»  

                                                             Photo: Aris Messinis

Το ίδιο Σούνιο (ή πιο συγκεκριμένα η θέα του) από το οποίο -επί ματαίω- ο μυθικός Αθηναίος βασιλιάς περίμενε την ελπίδα να φανεί στον ορίζοντα, ήταν η ελπίδα των δικών μου, που είχαν βγει σε βαρκάδα ζωής και θανάτου στη θάλασσα, η οποία είχε πάρει τόσο το όνομα του βασιλιά όσο και τον βασιλιά τον ίδιο.   

Ο «ήρωας όλων των πολέμων», ο Γαλησσιανός Γιάννης Φρέρης (ή Ζιαννής ή Κρίνος ή Σκιγής) από καλοστεκούμενος κτηματίας προκατοχικά, το 45’ ήταν πια μόνο ένας άοπλος «αγαθός γίγαντας».

Με την ανοχή του Ποσειδώνα οι Φρεραίοι έφτασαν στην Αθήνα ωσάν κανονικοί τρικυμισμένοι του Αιγαίου μετανάστες και κατευθύνθηκαν στην πρώτη συνοικία της Αθήνας που γνώρισαν ως γειτονιά: Το Κολωνάκι.

Ναι, το Κολωνάκι (!!!), όπου έμενε μαζί με τον έγχρωμο σύζυγό της μία αδελφή της γιαγιάς. 

Αυτό δεν ήταν το happy-end της ιστορίας, γιατί το σπίτι δεν ήταν σπίτι, αλλά ένα δωμάτιο. Ένα δωμάτιο χωρίς παράθυρα (!!!). Στο σκότος αυτό έμειναν οι 7 δικοί μου, ο θεία και ο θείος. Χώραγαν; Όχι!

«Επειδή δεν χωράγαμε, ο παππούς σου κοιμόταν απ’ έξω» μου είχε πει η (θειά μου και νονά της κόρης μου) η Μαγδαληνή. Και πρόσθεσε και άλλη μια φράση: «Όταν έβρεχε, έψαχνε να βρει κανένα μπαλκόνι για να πλαγιάσει κάτω από αυτό.

Μετανάστες-ξεμετανάστες τα καταφέραμε. Ο πρώην εύρωστος κτηματίας της Σύρου, έγινε κηπουρός στη Βρετανική Αρχαιολογική Σχολή του Κολωνακίου. Κατά τη διάρκεια του μεροκάματου, έριχνε και μια ματιά στον μικρό του γιο, τον Πέτρο (μετέπειτα πατέρα μου) τον οποίο έπαιρνε μαζί του.

Ο κίνδυνος για τον μικρό ήταν τα αγριόσκυλα του Βρετανού πρέσβη, βαλτά από τα σκατόπαιδα του διπλωμάτη. Τα πρεσβευτόπουλα είχαν για παιχνίδι να προγκάρουν τα ευγενή τετράποδα για να κυνηγάνε τον πιτσιρικά και να σπάνε πλάκα.

Ο χρόνος κύλησε και με όποιο κομπόδεμα μπόρεσε να συγκεντρώσει,  ο Γιάννης ο Φρέρης αγόρασε ένα κτηματάκι στην οδό Πανδρόσου της Αμφιθέας. Έτσι από το 1948 ελλιμενιστήκαμε (και αναστηθήκαμε) οικογενειακώς στην πόλη που έφερε τον αρχαίο χαρακτηρισμό  «Αθηνών λιμήν πρώτος», ήτοι το Παλαιό μας Φάληρο.

Έξω από την ιστορικό ακίνητο της οικογένειας (όπου και το πατρικό μου σπίτι), φύτεψε στις δύο πλευρές του δρόμου, ακόμη έξι (θεόρατα πλέον και ακμαιότατα) πεύκα που σκεπάζουν πλέον σαν αψίδα την άσφαλτο.


Αναστηθήκαμε, ριζώσαμε και πήραμε μπόι στο Φάληρο. Το κάναμε σήμα στη φανέλα που ιδρώσαμε.  Προκόψαμε. Μέχρι και τη δημαρχία διεκδικήσαμε. Δεν την πήραμε, αλλά πήραμε αγάπη, σαν αυτή που δώσαμε. 

Ωστόσο…

Αν ρωτήσεις τη (βαπτισμένη στον Γαλησσά) θυγατέρα μου Μαρία-Ντολόρες Φρέρη «από πού είναι» χωρίς περιστροφή θα σου απαντήσει: «Από τη Σύρο».


Γαλησσάς, Σύρος / Galissas, Syros

Syros inside me

"We held on to each other so that none of us would go overboard"


Genetically, I was on that fishing boat too.

It was in 1945, after the occupation.

We had nothing left to own, except for seven souls.

That's how many souls my grandfather Yannis had.

More precisely, there were so many more.

The seven it took for him to return alive (with two medals for bravery) back to the island after 10 years of war (1912-22) on all the fronts of Hellenism at that time, plus those of his five children, plus that of my grandmother Fragiska, plus his own, who boarded this strangr kind of boat for Piraeus.

What has remained with me from a (perhaps self-consciously poor) narrative of my then nine-year-old father is a (simple, childish and yet shocking) phrase that has been dwelling in my own subconscious ever since I heard it:

"Does anyone see cape Sounion?" 

The same Sounion (or more specifically the view of it) from which - in vain - the mythical Athenian king waited for hope to appear on the horizon, was the hope of my own family, who had gone out on a life-and-death boat ride on the sea, which had taken both king's Aegeas name and the king himself.  

The "hero of all wars", Yannis Freris (or Zianis or Krinos or Skiyis) from being a well-established landowner before the second World War, in 45' was now only an unarmed "benign giant".

With the tolerance of Poseidon, the Freris family traveled to Athens as nowadays immigrants on the Aegean and headed for the first quarter of the city that they knew as a neighborhood: Kolonaki.

Yes, Kolonaki reputed for its rich inhabitants (!!!), where one of the grandmother's sisters lived with her black husband. 

This was not the happy-end of the story, because the house was not a house, but a room. Moreover, a room without windows (!!!). In this darkness lived my 7 family-members, plus the aunt and the uncle. Did they have enough space? No!

"Because we didn't fit, your grandfather slept outside," my (my aunt and my daughter's godmother) Magdalene had told me. And she added another phrase: “When it rained, he was looking for a balcony to sleep under”.

Immigrants or not we made it. The former sturdy Syros landowner became a gardener at the British School of Archaeology in Kolonaki. During his day job, he would take a look at his young son, Petros (later my father) whom he would take with him.

The danger for the boy was the British ambassador's wild dogs. The ambassador's boys had as a game to prowl these noble four-legged creatures to chase the kid and crack jokes.

Time went by and with whatever bundles he could muster, Yannis Freris bought a little field on Pandrosou Street in Amphithea. Thus since 1948 we docked (and resurrected) as a family in the city of Palaio Faliro that bore the ancient characterization "Athens' first port".

Outside the family's historic property (where my father's house is), he planted 6 (now visible and thriving) pine trees on both sides of the road, which now cover the asphalt like an archway.

We rose up, took root and took off for Faliro. We made a mark on our sweat shirt. We've made progress. We even claimed the mayoralty. We did not get it, but we got love like the love we gave. However...

If you ask my (baptized in Galissas) daughter Maria-Dolores Freris "where she's from" without a spin, she'll answer: "From Syros".

 


0 comments:

Δημοσίευση σχολίου

Yannis Freris
+123-456-789
Palaio Faliro - Greece

SEND ME A MESSAGE