H Συρα μεσα μου (Μέρος πρώτο) - Syros inside me (First part)
«Κρατούσαμε ο ένας τον άλλον για να μη φύγει κανείς μας στη θάλασσα»
Γονιδιακά ήμουν κι εγώ σε εκείνο το καΐκι.
Ήταν 1945, μετά την κατοχή.
Δεν μας είχε μείνει πια τίποτα. Εκτός από εφτά ψυχές.
Τόσες ήταν οι ψυχές του παππού μου του Γιάννη.
Ακριβέστερα ήταν τόσες & άλλες τόσες.
Οι εφτά που χρειάστηκε για να γυρίσει ζωντανός (με δύο παράσημα ανδρείας)
πίσω στο νησί μετά από 10 χρόνια πολέμου (1912-22) σε όλα τα τότε μέτωπα του
Ελληνισμού, συν αυτές των πέντε παιδιών του, συν αυτή της γιαγιάς μου της
Φραγκίσκας, συν τη δική του, που επιβιβάστηκαν στο πλεούμενο για Πειραιά.
Αυτό που μου έχει μείνει από μία (ίσως ενσυνείδητα φτωχή) διήγηση του
εννιάχρονου τότε πατέρα μου, είναι μία (απλή, παιδική και ταυτόχρονα συγκλονιστική)
φράση που κατοικεί από τότε που την άκουσα και στο δικό μου υποσυνείδητο:
«Φαίνεται το Σούνιο;»
Photo: Aris Messinis
Το ίδιο Σούνιο (ή πιο συγκεκριμένα η θέα του) από το οποίο -επί ματαίω- ο
μυθικός Αθηναίος βασιλιάς περίμενε την ελπίδα να φανεί στον ορίζοντα, ήταν η
ελπίδα των δικών μου, που είχαν βγει σε βαρκάδα ζωής και θανάτου στη θάλασσα, η
οποία είχε πάρει τόσο το όνομα του βασιλιά όσο και τον βασιλιά τον ίδιο.
Ο «ήρωας όλων των πολέμων», ο Γαλησσιανός
Γιάννης Φρέρης (ή Ζιαννής ή Κρίνος ή Σκιγής) από καλοστεκούμενος κτηματίας
προκατοχικά, το 45’ ήταν πια μόνο ένας άοπλος «αγαθός γίγαντας».
Με την ανοχή του Ποσειδώνα οι Φρεραίοι έφτασαν στην Αθήνα ωσάν κανονικοί
τρικυμισμένοι του Αιγαίου μετανάστες και κατευθύνθηκαν στην πρώτη συνοικία της
Αθήνας που γνώρισαν ως γειτονιά: Το Κολωνάκι.
Ναι, το Κολωνάκι (!!!), όπου έμενε μαζί με τον έγχρωμο σύζυγό της μία αδελφή της γιαγιάς.
Αυτό δεν ήταν το happy-end της ιστορίας, γιατί το σπίτι δεν
ήταν σπίτι, αλλά ένα δωμάτιο. Ένα δωμάτιο χωρίς παράθυρα (!!!). Στο σκότος αυτό
έμειναν οι 7 δικοί μου, ο θεία και ο θείος. Χώραγαν; Όχι!
«Επειδή δεν χωράγαμε, ο
παππούς σου κοιμόταν απ’ έξω» μου είχε πει η (θειά μου και νονά της κόρης μου) η Μαγδαληνή. Και πρόσθεσε
και άλλη μια φράση: «Όταν έβρεχε, έψαχνε
να βρει κανένα μπαλκόνι για να πλαγιάσει κάτω από αυτό.
Μετανάστες-ξεμετανάστες τα καταφέραμε. Ο πρώην εύρωστος κτηματίας της
Σύρου, έγινε κηπουρός στη Βρετανική Αρχαιολογική Σχολή του Κολωνακίου. Κατά τη
διάρκεια του μεροκάματου, έριχνε και μια ματιά στον μικρό του γιο, τον Πέτρο (μετέπειτα
πατέρα μου) τον οποίο έπαιρνε μαζί του.
Ο κίνδυνος για τον μικρό ήταν τα αγριόσκυλα του Βρετανού πρέσβη, βαλτά από
τα σκατόπαιδα του διπλωμάτη. Τα πρεσβευτόπουλα είχαν για παιχνίδι να προγκάρουν
τα ευγενή τετράποδα για να κυνηγάνε τον πιτσιρικά και να σπάνε πλάκα.
Ο χρόνος κύλησε και με όποιο κομπόδεμα μπόρεσε να συγκεντρώσει, ο Γιάννης ο Φρέρης αγόρασε ένα κτηματάκι στην
οδό Πανδρόσου της Αμφιθέας. Έτσι από το 1948 ελλιμενιστήκαμε (και αναστηθήκαμε)
οικογενειακώς στην πόλη που έφερε τον αρχαίο χαρακτηρισμό «Αθηνών λιμήν
πρώτος», ήτοι το Παλαιό μας Φάληρο.
Έξω από την ιστορικό ακίνητο της οικογένειας (όπου και το πατρικό μου
σπίτι), φύτεψε στις δύο πλευρές του δρόμου, ακόμη έξι (θεόρατα πλέον και
ακμαιότατα) πεύκα που σκεπάζουν πλέον σαν αψίδα την άσφαλτο.
Αν ρωτήσεις τη (βαπτισμένη στον Γαλησσά) θυγατέρα μου Μαρία-Ντολόρες Φρέρη «από πού είναι» χωρίς περιστροφή θα σου
απαντήσει: «Από τη Σύρο».
Syros inside me
"We held on to each other so
that none of us would go overboard"
Genetically, I was on that
fishing boat too.
It was in 1945, after the
occupation.
We had nothing left to own,
except for seven souls.
That's how many souls my
grandfather Yannis had.
More precisely, there were so
many more.
The seven it took for him to
return alive (with two medals for bravery) back to the island after 10 years of
war (1912-22) on all the fronts of Hellenism at that time, plus those of his
five children, plus that of my grandmother Fragiska, plus his own, who boarded
this strangr kind of boat for Piraeus.
What has remained with me from a
(perhaps self-consciously poor) narrative of my then nine-year-old father is a
(simple, childish and yet shocking) phrase that has been dwelling in my own
subconscious ever since I heard it:
"Does anyone see cape
Sounion?"
The same Sounion (or more
specifically the view of it) from which - in vain - the mythical Athenian king
waited for hope to appear on the horizon, was the hope of my own family, who
had gone out on a life-and-death boat ride on the sea, which had taken both
king's Aegeas name and the king himself.
The "hero of all wars",
Yannis Freris (or Zianis or Krinos or Skiyis) from being a well-established
landowner before the second World War, in 45' was now only an unarmed
"benign giant".
With the tolerance of Poseidon,
the Freris family traveled to Athens as nowadays immigrants on the Aegean and
headed for the first quarter of the city that they knew as a neighborhood:
Kolonaki.
Yes, Kolonaki reputed for its
rich inhabitants (!!!), where one of the grandmother's sisters lived with her
black husband.
This was not the happy-end of the
story, because the house was not a house, but a room. Moreover, a room without
windows (!!!). In this darkness lived my 7 family-members, plus the aunt and the
uncle. Did they have enough space? No!
"Because we didn't fit, your grandfather slept outside,"
my (my aunt and my daughter's godmother) Magdalene had told me. And she added
another phrase: “When it rained, he was
looking for a balcony to sleep under”.
Immigrants or not we made it. The
former sturdy Syros landowner became a gardener at the British School of
Archaeology in Kolonaki. During his day job, he would take a look at his young
son, Petros (later my father) whom he would take with him.
The danger for the boy was the
British ambassador's wild dogs. The ambassador's boys had as a game to prowl
these noble four-legged creatures to chase the kid and crack jokes.
Time went by and with whatever
bundles he could muster, Yannis Freris bought a little field on Pandrosou
Street in Amphithea. Thus since 1948 we docked (and resurrected) as a family in
the city of Palaio Faliro that bore the ancient characterization "Athens' first port".
Outside the family's historic
property (where my father's house is), he planted 6 (now visible and
thriving) pine trees on both sides of the road, which now cover the asphalt
like an archway.
We rose up, took root and took
off for Faliro. We made a mark on our sweat shirt. We've made progress. We even
claimed the mayoralty. We did not get it, but we got love like the love we
gave. However...
If you ask my (baptized in
Galissas) daughter Maria-Dolores Freris "where
she's from" without a spin, she'll answer: "From Syros".



0 comments:
Δημοσίευση σχολίου